Η άλλη αναμονή (Στοχασμοί του Ψυχοσάββατου)
Σιωπηλοί, συγκινημένοι, ενεοί και πάντα προσεκτικοί αναμένουν οι πιστοί στο ν’ αφουγκραστούν τα ονόματα των γονιών, των αδελφών, των συγγενών, των φίλων, των γειτόνων, ίσως κάποιοι και τα ονόματα εκείνων που τους πίκραναν η πικράθηκαν από εκείνους, όσο ζούσαν… Για να γίνει αυτή η αναμονή το εφαλτήριο με το οποίο η ψυχή, ο νους, το είναι ολάκερο να μεταφερθεί σε άλλες ώρες βίου, σε στιγμές όπου εκείνοι, οι κεκοιμημένοι δηλαδή, πύκνωναν τις μέρες και φυσικά το χρόνο μας. Γιατί, καθώς μνημονεύονται τα ονόματα, κι ακούγεται αυτό το ιερό και φωτεινό, μέσα στην πλημμύρα της κεροδοσιάς, προσκλητήριο, αυτόματα στο νου εικονίζονται σκηνές με Μορφές Κεκοιμημένων που στέκουν απέναντί σου και κοιτούν κι οι ίδιοι, με μια αναμονή περίεργη, ωστόσο οικεία και κατανυκτική, ν’ αφουγκραστούν το όνομά τους, να δηλώσουν την παρουσία τους: έστω κι αν αυτή είναι ανάμεσα στους ίσκιους του γκρίζου πρωινού που σαλεύουν σε γωνιές μισοσκότεινες. Κι αυτή τους η αναμονή τίποτε άλλο δε δείχνει, παρά μονάχα πως περιμένουν κι εκείνοι την τιμή και το χρέος που έχουμε απέναντί τους, γιατί με αυτό το μνημόσυνο αναπαύονται. Επειδή ξέρουν πως δεν τους λησμονούμε.
Ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια πολλά ή και αιώνες … Πάντα θυμόμαστε: τους από αρχής μέχρι σήμερον «πατέρας και αδελφούς, συγγενείς και φίλους, πάντας τους τα του βίου λειτουργήσαντας πιστώς», έστω κι αν τα ονόματά τους δεν πρόφτασαν να φτάσουν ίσαμε τις μέρες μας. Αρκεί που τα θυμάται, και μάλιστα δίχως λάθη, ο Θεός.