Η νηστεία όμως των Αγ. Αποστόλων δεν διατηρήθηκε ως τεσσαρακονθήμερος αλλά περιορίσθηκε. Η εορτή των Αγίων Αποστόλων, όπως προελέχθη, δεν υπήρχε αρχικώς στην Ανατολή. Όταν όμως εισήχθη, η νηστεία εκείνη εξελήφθη ως προπαρασκευαστική της εορτής των. Γι’ αυτό και από τότε διαρκεί τόσες ημέρες όσες μεσολαβούν μεταξύ της εορτής των Αγίων Πάντων και της εορτής των Αγίων Αποστόλων, των οποίων ημερών ο αριθμός, ως γνωστόν κατ’ έτος είναι διαφορετικός, ανάλογα με την ημερομηνία, κατά την οποία θα εορτασθεί το Πάσχα, δεν υπερβαίνει όμως τις 30 ημέρες (σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο).
Η τροποποίηση αυτή έγινε μεταξύ 7ου και 9ου αι. και κατ’ αρχάς πιθανώς στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τον 5ο αι. πρώτη δέχθηκε από τη Ρώμη την εορτή των Αγίων Αποστόλων της 29ης Ιουνίου και της οποίας Εκκλησίας η σημασία ενισχύθηκε μετά την κατάκτηση των άλλων πατριαρχείων από τους Άραβες, ώστε το παράδειγμά της επέδρασε σε όλη την Ορθόδοξη Ανατολή.
Ο Όσ. Θεόδωρος ο Στουδίτης αναφέρει ότι όπως κατά τη νηστεία του Πάσχα έτσι και κατά την νηστεία των Χριστουγέννων, έτρωγαν μία φορά την ημέρα, την ενάτη ώρα (3 μ.μ.) «διά την σμικρότητα των ημερών», ενώ κατά την νηστεία των Αποστόλων και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έτρωγαν δύο φορές, την ενάτη και νωρίς το βράδυ. Επιτρέπονταν περίπου οι τροφές, οι οποίες και σήμερα επιτρέπονται. Αν κατά την νηστεία των Αποστόλων και των Χριστουγέννων συνέπιπτε εορτή, κατά την οποία δεν αναγινώσκονταν οι Ώρες, επιτρεπόταν να φάγουν ψάρι, τυρί και αυγά. Κατ’ αυτές τις εορτάσιμες ημέρες το μεσημεριανό γεύμα λαμβανόταν περί την έκτη ώρα (12 μ.μ.), το δε βραδυνό κατά την ίδια με τις υπόλοιπες περιόδους ώρα.
Προϊόντος του χρόνου όμως οι νηστείες αυτές (Χριστουγέννων και Αγ. Αποστόλων) επιβλήθηκαν σε τέτοια έκταση και ένταση, ώστε ίσχυσαν όχι μόνον για τους μοναχούς αλλά και για τους κληρικούς και λαϊκούς. Όμως αυτό έγινε μετά το τέλος τού 12ου αι. και τούτο εξαιτίας των μοναστηριακών κτητορικών τυπικών. Υπήρχαν δηλαδή Τυπικά διαφόρων Μοναστηριών, τα οποία είχαν συνταχθεί από τους ιδρυτές τους και εκεί αυτοί όριζαν την έκταση αλλά και την ποιότητα των δύο αυτών νηστειών και τις οποίες όφειλαν να τηρούν οι μοναχοί τους. Από εκεί άρχισαν να εισέρχονται, κυρίως λόγω ευσεβείας, και ανάμεσα στις τάξεις των κληρικών και λαϊκών. Βαθμηδόν επικράτησαν για όλους και έκτοτε τηρούνται από τους χριστιανούς μας.
Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου/Αέναη Επανάσταση







