Εκτύπωση

 

Kyriaki_Samaritidos_02

 

Είναι μεσημέρι. Ο ήλιος είναι στις δό­ξες του. Σε μια σκιά κοντά στο πη­γάδι του Ιακώβ, στη Σαμάρεια, κά­θεται κουρασμένος ο Κύριος Ιησούς Χριστός. «Κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας», σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιω. δ΄ 6)· κουρασμένος από την πεζο­πορία.

Πως βρέθηκε εκεί; Στην Ιουδαία είχε πολλή απήχηση η δράση Του. Αλλά για να μην ερεθίζει τον φθόνο των Φαρισαίων, ξεκίνησε με τους μαθητές Του για τη Γαλιλαία, κι έπρεπε να περάσουν μέσα από τη Σαμάρεια. Ασφαλώς είχαν περ­πατήσει αρκετές ώρες, και τώρα έκαναν μια στάση να ξεκουραστούν. Δεν είχαν δικό τους μέσο μεταφοράς, αμαξα ή άλο­γα. Ο Κύριος ήταν πτωχός. Έζησε πολύ λιτά. Δεν είχε τέτοια μέσα. Μια φορά μόνο αναφέρεται ότι χρησιμοποίησε υποζύγιο, ένα πουλάρι, στη θριαμβευτική Του είσοδο στα Ιεροσόλυμα, για να διδάξει ότι είναι ο πράος Βασιλιάς.

Περπατούσε στα ταξίδια Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι περ­πατούσε «συντόνως», δηλαδή με γρήγο­ρο βήμα (PG 59, 179). Όχι σαν κάποιος αργόσχολος. Αλλά με βήμα που έδειχνε πνευματική εγρήγορση και στιβαρότητα. Ήταν και γι’ αυτό κουρασμένος.

Ούτε έδειχνε ιδιαίτερη φροντίδα για το φαγητό ο ιερός εκείνος όμιλος, ο Κύρι­ος με τους δώδεκα μαθητές Του. Έκα­ναν μεν στάση, αλλά δεν είχαν τι να φάνε. Γι’ αυτό οι μαθητές πήγαν στην πόλη Συχάρ, που ήταν εκεί κοντά, γιά ν’ αγοράσουν τρόφιμα.

Η κούρασή Του οπωσδήποτε έκανε εντονότερη την πείνα και τη δίψα Του. Γι’ αυτό ζητά από τη Σαμαρείτιδα γυναίκα που ήλθε εκεί, λίγο νερό να πιεί. Αλλά περισσότερο θέλησε να βοηθήσει την ψυχή της. Δεν ένιωσε αποστροφή για το πλήθος των αμαρτιών της, αλλά πρόσε­ξε μια σπίθα αρετής που έκρυβε η καρ­διά της. Η αμαρτωλή Σαμαρείτιδα περίμε­νε τον Μεσσία, είχε πνευματικά ενδιαφέροντα, είχε προπάντων απλότητα επάνω της. Αυτά είλκυσαν τη φιλανθρωπία του Δεσπότη, που ξέχασε την κούρασή Του και άνοιξε σπουδαία συζήτηση μαζί της, για να την ελευθερώσει από την αμαρτία.

Η αμαρτωλή γυναίκα γίνεται αμέσως φλογερή ιερα­πόστολος. Καλεί τους συγχωριανούς της να γνωρίσουν εκείνον που ίσως είναι ο Χριστός. Πράγματι τρέχουν στο φρέαρ του Ιακώβ.

Εν τω μεταξύ οι μαθητές φέρνουν φαγητό. «Ραββί, φάγε», λένε στο Διδάσκαλο με στοργή και σεβασμό. «Εγώ έχω φαγητό που εσείς δεν το ξέρετε», τους αποκρίνεται. «Μήπως Του έφερε κανείς φαγητό και έφαγε όσο λείπαμε;», διερωτώνται.

Όχι, ο Κύριος είναι νηστικός. Αλλά με το θεϊκό Του βλέμμα βλέπει μακριά, βλέπει τις ψυχές των Σαμα­ρειτών που τρέχουν να Τον συναντήσουν διψασμένες, γεμάτες προσδοκία, ώριμες να δεχθούν την αλήθεια του Θεού. Κι αυτό Τον συνεπαίρνει, γίνεται τροφή που Τον τρέφει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τροφή.

Καί ήλθαν οι Σαμαρείτες και Τον γνώρισαν και Τον παρακάλεσαν να μείνει μαζί τους. Κι έλεγαν στη Σαμαρείτιδα: «Δεν πιστεύουμε σ’ Εκείνον επειδή μας το είπες εσύ. Πιστεύουμε, διότι Τον ακούσαμε με τα ίδια μας τα αυτιά, Τον γνωρίσαμε προσωπικά και πειστήκαμε ότι Αυτός είναι ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός...».

«Ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ουτως επί τη πηγή». Ω, τα παράδοξα της αγάπης του Θεού! Εκείνος που δεν περιορίζεται σε κανέ­ναν τόπο και γι’ αυτό δεν έχει ανάγκη μετακινήσεως- Εκείνος που χωρίς κόπο κυβερνά τα σύμπαντα, ένα μεσημέρι, κάπου στη Σαμάρεια, κάθεται κουρασμένος από οδοιπορία. Αυτός που έχει στην εξουσία Του όλα τα ποτάμια και τις πηγές, μέσα στην κούρασή Του διψά. Πόσο «κατέβηκε» με την ενανθρώπησή Του για χάρη μας!

Πόσο μας αγάπησε!

Και πάλι η επιθυμία Του να σώσει τον άνθρωπο είναι τόσο δυνατή, ώστε υπερνικά τον κόπο, τη δίψα και την πείνα Του και χαίρεται να διακονήσει τη σωτηρία μας. Πόσες αλλεπάλληλες εκπλήξεις μας χαρίζει ο ωκεανός της φιλανθρωπίας Του!

«Κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας»: μια από τις πολλές λεπτομέρειες της επί γης ζωής του Κυρίου που αναφέρουν τα ιερά Ευαγγέλια και που παρηγορεί τις καρδιές των πιστών- μια πολύ ανθρώπινη στιγμή του ενανθρωπήσαντος Θεού, που μας πληροφορεί ότι ο Κύριος έζη­σε τον ανθρώπινο κόπο και τον εξαγίασε- και μας δίνει τη δύναμη να τον υπομένουμε και να τον ξεπερνούμε.

«Ο ΣΩΤΗΡ»