Κυριακή Ι΄ Λουκά ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: ΚΖ' Κυριακής: Έφ. ς' 10-17, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. ιγ' 10-17
Συνειδητὸς ἐκκλησιασμὸς
Ὡστόσο, γιὰ νὰ ζήσουμε τὸ θαῦμα ποὺ λέγεται θεία λατρεία, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκκλησιαζόμαστε ὄχι μόνο ἀνελλιπῶς ἀλλὰ καὶ συνειδητά. Μᾶς διδάσκει πάλι σ᾿ αὐτὸ ἡ συγκύπτουσα. Εἶχε πάει στὴ συναγωγὴ ἀπὸ δίψα πνευματική, γιὰ ν᾿ ἀκούσει λόγο Θεοῦ. Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Κύριο, δὲν ζήτησε τὴ θεραπεία της. Πραγματικὰ μεγάλη ἡ πίστη καὶ ἡ εὐλάβειά της! Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τὴν θεράπευσε καὶ τὴν ὀνόμασε «θυγατέρα Ἀβραάμ», ὄχι τόσο γιὰ τὴ φυσικὴ καταγωγή της ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὅσο γιὰ τὴ θερμὴ πίστη της. Ὁ ἐκκλησιασμὸς εἶναι συνειδητός, ὅταν γίνεται μὲ ζωντανὴ πίστη, μὲ πόθο πνευματικό.
Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν ποὺ θέλει νὰ ζήσει τὴ Λατρεία ἑτοιμάζεται ἀπὸ τὴν παραμονή. Τὸ Σαββατόβραδο δὲν εἶναι γιὰ ἐξόδους καὶ ξενύχτια, ὅπως δυστυχῶς ἔχει ἐπικρατήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑτοιμαστοῦμε μὲ περισυλλογή, σχετικὴ μελέτη καὶ προσευχὴ γιὰ τὴν ἐπισημότερη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας.
Καθαυτὸ ὅμως συνειδητὸς ἐκκλησιασμὸς σημαίνει ὅτι ὁ πιστὸς προσέρχεται νωρὶς στὴν ἐκκλησία καὶ ὄχι ἁπλῶς παρακολουθεῖ, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ συμμετέχει στὴ Λατρεία. Σιωπᾶ καὶ συγκεντρώνεται. Δοξάζει τὸν Θεὸ γιὰ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες Του. Μέσα ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν αἰτημάτων καὶ ἱερῶν πράξεων τῆς θείας Λειτουργίας ἀγκαλιάζει ὅλο τὸν κόσμο, καὶ τὴ δική του ζωὴ μὲ ὅλες τὶς χαρὲς καὶ τὶς λύπες της.
Ἂν ἔτσι ἐκκλησιάζεται ὁ πιστός, δὲν θὰ νιώθει πλέον τὸν ἐκκλησιασμὸ ὡς καθῆκον ἀλλὰ ὡς ζωτικὴ ἀνάγκη, ὡς τὴν πιὸ εὐλογημένη ὥρα τῆς ἑβδομάδας.
Κάθε Κυριακὴ ζοῦμε πιὸ ἔντονα στὴν ἀναστάσιμη θεία Λειτουργία τὸ μέγιστο θαῦμα: τὴ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ· καὶ μέσῳ αὐτοῦ τὸ θαῦμα τῆς προσωπικῆς μας ἀναστάσεως. Κάθε Κυριακὴ μᾶς περιμένει στὴν ἐκκλησία ὁ φιλάνθρωπος Κύριος γιὰ νὰ ἀνορθώσει τὴν ψυχή μας, τὴν συγκύπτουσα ἀπὸ τὶς πτώσεις, τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὴν ὅλη ταλαιπωρία τῆς ἑβδομάδας. Μᾶς περιμένει γιὰ νὰ φροντίσει τὶς πληγές μας, νὰ ἁπαλύνει τοὺς πόνους μας, νὰ μᾶς μεταδώσει ζωή. Κι ἂν εἶναι ἔτσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζουμε;
«Ο ΣΩΤΗΡ»






