Κυριακή Ε΄ Ματθαίου ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Κορ. ιβ΄ 27-ιγ΄ 8, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. η' 28-34, θ1
Καὶ ἀνάργυροι
Ἡ φήμη τῶν ἁγίων Ἀναργύρων σύντομα ἐξαπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο ἔρχονταν νὰ τοὺς συναντήσουν στὸν τόπο ὅπου διέμεναν κοντὰ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς προσευχές τους ἀλλὰ καὶ τὴ θεραπεία διαφόρων νοσημάτων. Ἦταν κάτι τὸ ἐκπληκτικό! Μέρα νύχτα οἱ δύο ἀδελφοὶ γιατροὶ δὲν ἔπαυαν νὰ προσφέρουν τὶς ὑπηρεσίες τους σὲ καθέναν ποὺ τοὺς ζητοῦσε βοήθεια. Τὸ πιὸ ἐκπληκτικὸ ὅμως δὲν εἶναι τὰ ἀναρίθμητα θαύματα ποὺ ἔκαναν ἀλλὰ ἡ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη τους. Διότι παρεῖχαν τὴ θεραπεία σὲ ὅλους δωρεάν! Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε τοὺς ἐδόθη καὶ ἡ ἐπωνυμία «Ἀνάργυροι», ποὺ τοὺς συνοδεύει ἀπὸ τότε ὡς τιμητικὸς τίτλος, ἐπειδὴ δὲν δέχονταν χρήματα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφεραν. Τί θαυμαστό! Ἐπιστήμονες αὐτοί, καὶ ὅμως ἔθεσαν ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἐπιτυχίες τους στὴ διακονία τῆς ἀγάπης!
Τελικὰ αὐτὸ ἦταν τὸ ἀνώτερο χάρισμα ποὺ ἀπέκτησαν: ἡ ἀγάπη. Ἀγάπη πρὸς ὅλους, χωρὶς διακρίσεις. Ἀγάπη γνήσια καὶ θυσιαστική. Ἀγάπη σὰν αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος Παῦλος πλέκει τὸ γνωστὸ ὑπέροχο ἐγκώμιο ποὺ βρίσκεται στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ καὶ ἀκούσαμε σήμερα. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στ’ ἄλλα, ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», δηλαδὴ δὲν ἐπιδιώκει τὸ δικό της συμφέρον. Πράγματι! Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ δὲν ὑπολογίζει οὔτε κόπο, οὔτε ἔξοδα, οὔτε τὴν προσωπική του ἄνεση, ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ θυσιάζεται γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Τέτοια θυσιαστικὴ ἀγάπη εἶχαν οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πανάγαθος Θεὸς τοὺς χάρισε αἰώνια τιμὴ καὶ δόξα!
Πόσα ἔχει νὰ μᾶς διδάξει αὐτὴ ἡ ἀγάπη τῶν ἁγίων Ἀναργύρων! Εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ἀγάπης καὶ θυσίας. Ὁ καθένας μας ἔχει χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός. Ἂς μὴν τὰ κρατᾶμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Ἂς σκεφθοῦμε τρόπους γιὰ νὰ τὰ ἀξιοποιήσουμε βοηθώντας τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας ποὺ ἔχουν τόσο πολὺ ἀνάγκη!
«Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν», ψάλλουμε στὸ Ἀπολυτίκιό τους. Ἂς παρακαλοῦμε λοιπὸν τοὺς ἁγίους καὶ θαυματουργοὺς Ἀναργύρους νὰ πρεσβεύουν στὸν Δωρεοδότη Κύριο, ὥστε κάθε χάρισμα ποὺ μᾶς ἔδωσε Ἐκεῖνος νὰ τὸ καλλιεργοῦμε ταπεινά, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ κατορθώσουμε χωρὶς τὴ βοήθειά του, καὶ μὲ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας, διότι δὲν ὑπάρχει καλύτερο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ μοιράζεται κανεὶς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀδελφούς του.
«Ο ΣΩΤΗΡ»






