Η Εκκλησία είναι σαφής εν προκειμένω: Όταν ο άνθρωπος αναχωρήσει από τον κόσμο αυτό βρίσκεται πλέον στο έλεος του Θεού. Τότε η Μητέρα του, δηλαδή η Εκκλησία, αλλά κι οι συγγενείς του, δηλαδή οι πιστοί, επικαλούνται συνεχώς τη χάρη του Θεού γι’ αυτόν. Εφόσον η Δευτέρα Παρουσία δεν έγινε ακόμα η Εκκλησία και οι προσφιλείς των νεκρών έχουν δικαίωμα να ζητούν από τον φιλάνθρωπο Θεό να τους συγχωρήσει.
Στο Βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Τσερνίκωφ, που έζησε στη Ρωσία, αναφέρεται ότι κάποτε παρουσιάστηκε στον ύπνο ενός ιερέως ο Άγιος και του ζήτησε να μνημονεύει τους γονείς του, λέγοντάς του συνάμα τα ονόματά τους Μιχαήλ και Μαρία. Ο ταπεινός ιερέας εξεπλάγη από το αίτημα και ρώτησε: Μα γιατί εσύ, Άγιε του Θεού, που έχεις τόση παρρησία στο Θεό, χρειάζεσαι εμένα τον αμαρτωλό και τις προσευχές μου; Τότε ο Άγιος του εξήγησε πόση δύναμη έχουν οι προσευχές των ιερέων.
Σε μια ταφόπλακα στις κατακόμβες της Ρώμης βρέθηκε μια επιγραφή στα λατινικά που έγραφε: Paule et Petre petite pro Victore, δηλαδή Παύλε και Πέτρε (αναφέρεται στους κορυφαίους Αποστόλους) ικετεύσετε για το Βίκτωρα (ο τελευταίος ήταν ο ένοικος του τάφου). Οι αρχαίοι Χριστιανοί γνώριζαν τα μνημόσυνα και ζητούσαν τις μεσιτείες των Αποστόλων.
Μια φορά που βρέθηκα στο Σινά, στο καθολικό της Μονής, άκουσα το λειτουργό να μνημονεύει τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και τη γυναίκα του. Στις μονές του Αγίου Όρους μνημονεύονται οι αυτοκράτορες Νικηφορός Φωκάς κι Ιωάννης Τσιμισκής.
Το Ψυχοσάββατο θυμίζει και σε μας το γεγονός ότι είμαστε προσωρινοί και παρεπίδημοι στον κόσμο αυτό. Μας κτυπά καμπανάκι για να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας με το Θεό.







