Κυριακή του Τυφλού
Γιὰ δεύτερη φορὰ οἱ Φαρισαῖοι ἀνέκριναν τὸν θεραπευθέντα τυφλὸ καὶ τὸν κάλεσαν νὰ ὁμολογήσει ὅτι τὸ θαῦμα δὲν τὸ ἔκανε «ὁ ἄνθρωπος οὖτος ὁ ἁμαρτωλός», ὅπως χαρακτήριζαν τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ ὁ Θεός. Ὡστόσο ὁ πρώην τυφλὸς δὲν ὑποχωροῦσε. Τὸν λοιδόρησαν, ἀλλὰ ἐκεῖνος συνέχιζε νὰ ὁμολογεῖ τὸ ἀνήκουστο θαῦμα: «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου». Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος Αὐτὸς δὲν ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτε, οὔτε τὸ παραμικρὸ θαῦμα, τοὺς εἶπε, κι ἐκεῖνοι ὀργισμένοι τὸν πέταξαν ἔξω.
Κάνει ἐντύπωση ἡ πεισματικὴ ἄρνηση τῶν ἀνθρώπων νὰ δεχθοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς θεράπευσε τὸν τυφλό. Μορφωμένοι ἄνθρωποι, ὅπως ἦταν οἱ νομομαθεῖς Φαρισαῖοι, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ κρίνουν λογικὰ καὶ ἀντικειμενικά, ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὴν ἀλήθεια. Διότι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι τυφλωμένος ἀπὸ τὸν ἐγωισμό του, δὲν σκέπτεται λογικά. Αὐτὸ παθαίνουν καὶ πολλοὶ σύγχρονοι ἄθεοι διανοούμενοι οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ βλέπουν ἀναμφισβήτητα θαύματα, ἀρνοῦνται νὰ πιστέψουν στὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Βρίσκουν μύριες ὅσες δικαιολογίες, προκειμένου νὰ μὴν παραδεχθοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Διότι ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ χαρίζεται στὶς ταπεινὲς καὶ ἁπλὲς ψυχές. Ὅπως ἦταν ἡ ψυχὴ τοῦ πρώην τυφλοῦ ὁ ὁποῖος δέχθηκε τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
Ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινὸς Θεὸς
Πράγματι, μετὰ τὴ θαρραλέα ὁμολογία του, καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδιωξαν οἱ Φαρισαῖοι, βρίσκει ὁ Κύριος τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ λέει:
-Σὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;
-Καὶ ποιὸς εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ Τὸν πιστεύσω;... τοῦ ἀποκρίνεται ἐκεῖνος.
Τότε ἀκριβῶς, ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύπτει τὴ μεγάλη ἀλήθεια: «Καί ἐώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν». Αὐτὸς ποὺ σοῦ ἔδωσε τὸ φῶς καὶ τώρα Τὸν βλέπεις μὲ τὰ μάτια σου· Αὐτὸς ποὺ ὁμιλεῖ μαζί σου αὐτὴ τὴ στιγμή, Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ἀναβλέψας τυφλὸς γεμάτος εὐγνωμοσύνη καὶ πίστη ἀπαντᾶ· «Πιστεύω, Κύριε». Καὶ ἔπεσε καὶ Τὸν προσκύνησε. Συγκλονιστικὴ ἡ στιγμὴ γιὰ τὸν πρώην τυφλό. Ὁ Κύριος τοῦ χάρισε μιὰ ἀνεκτίμητη δωρεά: ἀποκαλύφθηκε σ’ αὐτὸν ὡς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Σήμερα, ὑπάρχουν ἀκόμη πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἀγνοοῦν αὐτὴ τὴ μοναδικὴ καὶ σωτήρια ἀλήθεια γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κάποιοι θεωροῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς ἕνα κοινωνικὸ ἐπαναστάτη, ἠθικὸ διδάσκαλο, φιλόσοφο ἢ εὐεργέτη τῆς ἀνθρωπότητος. Ὡστόσο στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀκοῦμε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο νὰ ἀποκαλεῖ τὸν Ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν καρδιὰ τῆς πίστεώς μας, ὅπως τὴ βρίσκουμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, τὴν ὁμολογοῦμε στὸ «Σύμβολο τῆς Πίστεως» καὶ τὴν κηρύττει ἀδιάκοπα μέσα στοὺς αἰῶνες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια ἂς τὴν ἐγκολπωθοῦμε κι ἐμεῖς γιὰ νὰ ὁμολογοῦμε μὲ πίστη ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ Φῶς τοῦ κόσμου καὶ τῶν ψυχῶν μας. Αμήν!
«Ο ΣΩΤΗΡ»





