001

Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας

«Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις»

Εὐωδιάζει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὰ μύρα τῆς ἀγάπης τῶν Μυροφόρων γυναικῶν· εὐωδιάζει ὅμως καὶ τὸ ἀποστολικὸ ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Πῶς φάνηκε αὐτὴ ἡ ἀρετή τους; Οἱ «Ἑλληνιστὲς» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, δηλαδὴ οἱ Ἑβραῖοι Χριστιανοὶ ποὺ προέρχονταν ἀπὸ ἄλλα μέρη καὶ γι᾿ αὐτὸ μιλοῦσαν τὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα, παραπονέθηκαν ὅτι οἱ χῆρες τους παραθεωροῦνταν στὴν καθημερινὴ διακονία τῆς διανομῆς τροφῶν καὶ ἐλεημοσυνῶν. Τότε οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶπαν στὸ πλῆθος τῶν Χριστιανῶν: Δὲν μᾶς φαίνεται σωστὸ νὰ ἀφήσουμε τὸ κήρυγμα καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε σὲ τραπέζια φαγητοῦ… Προκαλεῖ ἀπορία ὁ λόγος αὐτός, ἴσως καὶ νὰ σκανδαλίζει κάποιους.

Ἂς δοῦμε ὅμως γιατί οἱ Ἀπόστολοι παραιτήθηκαν ἀπὸ τὴ διακονία τῶν τραπεζῶν καὶ τί μᾶς διδάσκει ἡ στάση τους αὐτή.

Ἀφοσίωση στὸ ὕψιστο διακόνημά τους

Μήπως ἡ ἄρνηση αὐτὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων δείχνει περιφρόνηση πρὸς τὴν ἐλεημοσύνη; Ὁπωσδήποτε ὄχι· ἀφοῦ προηγουμένως οἱ ἴδιοι ἀσκοῦσαν αὐτὸ τὸ διακόνημα καὶ ὅταν παρουσιάστηκαν δυσκολίες, ἔδειξαν ἰδιαίτερη μέριμνα γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος ποὺ εἶχε προκύψει. Τί ἔκαναν λοιπόν; Συγκάλεσαν ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τοὺς προέτρεψαν νὰ ἐκλέξουν ὑπεύθυνα ἑπτὰ ἄνδρες γεμάτους ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ σύνεση, στοὺς ὁποίους νὰ ἀναθέσουν αὐτὴ τὴ διακονία μὲ εἰδικὴ προσευχή.

Γιατί ὅμως δὲν θέλησαν νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπηρετοῦν οἱ ἴδιοι σ᾿ αὐτὸ τὸ τόσο θεάρεστο ἔργο; Διότι ἦταν ἄλλο τὸ κύριο διακόνημά τους, τὸ ὁποῖο τοὺς εἶχε ἀναθέσει ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του: «Κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. ις´ [16] 15). Ἡ ἀποστολή τους ἦταν τὸ θεῖο κήρυγμα, ὁ εὐαγγελισμὸς τῶν ψυχῶν. Κανεὶς ἄλλος δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιτελέσει ἐπιτυχῶς τὴ διακονία αὐτή.

Ἔπειτα τὸ διακόνημά τους ἦταν οὐσιαστικὰ πνευματικὴ ἐλεημοσύνη, ποὺ εἶναι πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ὑλική. Δὲν ἦταν συνετὸ οὔτε θεάρεστο νὰ ἀφήσουν τὸ ἀνώτερο γιὰ τὸ κατώτερο, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ τὸ κήρυγμα ἀπαιτοῦσε ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωση, ἀπερίσπαστη ἐπιμονὴ στὴν προσευχή, ὅπως τὸ δήλωσαν καὶ οἱ ἴδιοι: «Ἡμεῖς τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν». Ἐμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θὰ ἀφοσιωθοῦμε καὶ θὰ ἀσχοληθοῦμε ἀποκλειστικὰ  μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ διακονία τοῦ λόγου.

Ἐκκλησία: καθίδρυμα σωτηρίας ψυχῶν

Ἀπὸ τὴ στάση τους αὐτὴ διδασκόμαστε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἀσχοληθοῦμε συστηματικὰ μὲ κάθε εἴδους ἀγαθὸ ἔργο, δὲν εἴμαστε ὅλοι γιὰ ὅλα· ὁ καθένας ἔχει τὸ δικό του χάρισμα καὶ τὴ δική του κλήση μέσα στὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήνουμε τὸ ἔργο ποὺ μᾶς ἀνέθεσε ὁ Θεὸς γιὰ χάρη ἄλλου διακονήματος. Ὁ Μοναχὸς ὀφείλει νὰ σχολάζει στὴν προσευχὴ καὶ στὴ Λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὁ οἰκογενειάρχης, χωρὶς νὰ ἀμελεῖ τὴ θεία Λατρεία, ὀφείλει νὰ φροντίζει γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν του, ὁ ἐκπαιδευτικὸς νὰ ἐπιδίδεται στὴ δική του διακονία, ὁ γιατρὸς στὴν ὑπεύθυνη ἐπιστήμη του…

Τὸ σημαντικότερο ὅμως μήνυμα, ποὺ μᾶς δίνουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἂν καὶ πάντοτε ἀναπτύσσει ἔντονη φιλανθρωπικὴ δραστηριότητα, δὲν εἶναι φιλανθρωπικὸ σωματεῖο ἀλλὰ θεοΐδρυτος ὀργανισμὸς γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κύρια ἀποστολή της.

Ἑπομένως ἂς μὴν καταφεύγουμε στοὺς ἱερεῖς μας μόνο γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν στὶς καθημερινές μας ἀνάγκες. Ἀκόμη ἂς μὴ θεωροῦμε ὅτι εἴμαστε ἐνεργὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἁπλῶς καὶ μόνο συμμετέχουμε σὲ ποικίλες δραστηριότητές της, φιλανθρωπικὲς ἢ ἄλλες, προσφέροντας ἀπὸ τὸ περίσσευμα ἢ τὸ ὑστέρημά μας.

Εἴμαστε ζωντανὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν μετανοοῦμε, ὅταν καλλιεργούμαστε πνευματικά, ὅταν ἐφαρμόζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἴμαστε ἀληθινὰ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ζοῦμε τὸν Χριστό, ὅταν ἔχουμε Πνευματικὸ καὶ ζοῦμε συνειδητὴ μυστηριακὴ καὶ λατρευτικὴ ζωή, ὅταν ποθοῦμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ ἑτοιμαζόμαστε γι᾿ αὐτήν.

Ἐπίσης διδασκόμαστε ἀπὸ τὴν περικοπὴ αὐτὴν ὅτι ὀφείλουμε ἐμεῖς οἱ λαϊκοὶ νὰ διακονοῦμε πρόθυμα στὰ φιλανθρωπικὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ δίνεται ἡ εὐκαιρία στοὺς ἱερεῖς νὰ ἐπιτελοῦν τὴν ἱερατικὴ διακονία τους, τὴ διαποίμανση τῶν ψυχῶν. Θὰ πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅσοι διακονοῦν στὰ Φιλόπτωχα, εἶναι διάδοχοι τῶν ἁγίων ἑπτὰ διακόνων!

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό. Τὸν ἀγάπησαν μὲ ὅλη τους τὴν καρδιά. Καὶ γι᾿ αὐτὸ Ἐκεῖνος ἀναγέννησε τὴν ὕπαρξή τους μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔτσι, ἔγιναν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ· καὶ γι᾿ αὐτὸ ἄνθρωποι πολλῆς ἀγάπης καὶ ἀσύγκριτης προσφορᾶς στοὺς συνανθρώπους τους. Ὅσο κι ἂν εἶναι μοναδικὲς οἱ μορφές τους, καλούμαστε οἱ πιστοὶ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε κατὰ τὶς δυνάμεις μας. Γιατὶ ὁ Χριστιανὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἠθικὸς ἄνθρωπος ποὺ κάνει ἐλεημοσύνες, ἀλλὰ ἕνα ζωντανὸ θαῦμα: ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος, ποὺ κηρύττει μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν λόγο του τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεως.

«Ο ΣΩΤΗΡ»

footer 01


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ